Σχέση Μητέρας - Βρέφους (Μέρος B΄)

σύμφωνα με τις θεωρίες του παιδιάτρου, ψυχαναλυτή & παιδοψυχιάτρου D. W. Winnicott


Συχνά στην κλινική πράξη, συναντούμε στο ιστορικό των ενηλίκων ή και στη ζωή των ανήλικων θεραπευόμενων, γονείς/ φροντιστές που έχουν με τον τρόπο τους «επιβάλει» τις προσωπικές τους ανησυχίες ή ιδέες για το πώς πρέπει το ίδιο το παιδί να είναι. Αυτό το ατυχές γεγονός, που έχει συμβεί συχνά ασυνείδητα από τους γονείς/ φροντιστές, μπορεί να συμβάλει στη διαμόρφωση της προσωπικότητας του βρέφους βάσει είτε «συμμόρφωσης», είτε «αντίδρασης σε περιορισμό», η οποία θέτει την ανάγκη να ζει κανείς με έναν «ψευδή εαυτό» στην πρώτη περίπτωση, ή πιθανώς με μελλοντική αντικοινωνική συμπεριφορά στη δεύτερη.


Πιο συγκεκριμένα, εάν η δράση της μητέρας απέναντι στο μωρό προκύπτει από τις ανάγκες της και όχι από μια ενσυναισθητική ανταπόκριση στις ανάγκες του, αυτό μπορεί να αντιμετωπιστεί ως απειλή για τον εαυτό του. Μπορεί να φαίνεται παράξενη η ιδιαίτερη έμφαση στους πρώτους μήνες της ζωής ενός μωρού. Παρόλα αυτά, σύμφωνα με τον Winnicott, από αυτό το σημείο ξεκινά η μελλοντική σχέση του αναπτυσσόμενου παιδιού με τον έξω κόσμο, τον κόσμο της πραγματικότητας.


Ένα αρκετά καλό «ταίριασμα» μεταξύ μητέρας - μωρού στην αρχή σημαίνει ότι το Εγώ της στηρίζει την Ύπαρξή του, ενώ θέτει τα θεμέλια της δομής της προσωπικότητάς του. Όπως αναφέρθηκε και στο πρώτο μέρος του άρθρου, οι περισσότερες μητέρες γνωρίζουν διαισθητικά ότι το μωρό τους χρειάζεται μια ψευδαίσθηση παντοδυναμίας. Το μωρό, σύμφωνα με τον Winnicott πρέπει να βιώσει αρκετή παντοδυναμία, προτού μπορέσει να παραδώσει την παντοδυναμία του σε κάποιον έξω από τον εαυτό του.


Από την πρωταρχική μητρική ενασχόληση, η οποία θα αποτελούσε μια εμμονική ασθένεια σε οποιοδήποτε άλλο πλαίσιο, σταδιακά όταν έρθει εξελικτικά η ώρα για το μωρό, είναι απαραίτητο η μητέρα να αποτύχει σταδιακά να είναι τέλεια συντονισμένη με εκείνο. Κρατώντας το μωρό για πάρα πολύ καιρό στην τροχιά της, σημαίνει ότι δεν μπορεί να αρχίσει να εκφράζει τις ανάγκες του. Οι γονείς ξέρουν έμφυτα ότι το μωρό τους πρέπει σιγά - σιγά να αρχίσει να απομακρύνεται από εκείνους για να εξερευνήσει τον κόσμο, διασφαλίζοντας βέβαια ότι η μητέρα είναι η βάση στην οποία μπορεί να επιστρέφει.


Η σταδιακή απογοήτευση και διάψευση των προσδοκιών της παντοδυναμίας, συμπεριλαμβανομένης της διαδικασίας απογαλακτισμού, είναι ένα καθήκον που πρέπει να φέρει εις πέρας η μητέρα για το μωρό της, μέχρι το τέλος του πρώτου χρόνου ζωής του μωρού. Τα συναισθήματά της για αυτό μπορεί να είναι αμφιθυμικά, ανάλογα ενδεχομένως με τη δική της εμπειρία αποχωρισμού και απώλειας. Ο απογαλακτισμός είναι είδος απώλειας, συχνά και για τους δύο, της ιδιαίτερα στενής εγγύτητας που μοιράζονται η μητέρα με το μωρό. Η ετοιμότητά του γι' αυτή εκφράζεται χαρακτηριστικά μέσω του παιχνιδιού της πτώσης των αντικειμένων και της απαίτησης του για την επιστροφή αυτών. Όταν δηλαδή είναι ικανό να διακινδυνεύσει να αφήσει κάτι, γνωρίζοντας ταυτόχρονα ότι δεν έχουν χαθεί όλα.


Ο Winnicott τονίζει ότι αυτή η διαδικασία, συμπεριλαμβανομένης της ανοχής των απουσιών της μητέρας μεγαλύτερης διάρκειας, είναι σημαντικό να προχωρά σταδιακά, με ρυθμό που το μωρό μπορεί να ανεχθεί. Μπορεί να συμβεί με υγιή τρόπο μόνο στη βάση της προηγούμενης «ψευδαίσθησης», δηλαδή «η μητέρα δεν μπορεί να στερήσει τον εαυτό της από το μωρό, εκτός αν σήμαινε πρώτα τα πάντα για εκείνο».


Έτσι, λοιπόν, ακολουθεί η μετακίνηση στο στάδιο της «σχετικής εξάρτησης», όπου το μωρό αρχίζει να είναι ενήμερο και να ανέχεται την απουσία της μητέρας για όλο και μεγαλύτερα χρονικά διαστήματα και να μπορεί να βασίζεται στον πατέρα και σε άλλα μέλη της οικογένειας. Πριν από αυτό έχει συνειδητοποιήσει την ανάγκη του για αυτήν και δείχνει υπερβολική αγωνία στην απουσία της. Η δυνατότητα του πια να αντιληφθεί τη μητέρα ως ξεχωριστή και όχι εγκλωβισμένη στον παντοδύναμο έλεγχο του, έχει διευκολυνθεί από την υιοθέτηση ενός «μεταβατικού αντικειμένου». Επιλέγει κάτι , π.χ. ένα αρκουδάκι, μια κουβερτούλα, ένα πανάκι, για να αναδημιουργήσει, με κάποιο τρόπο, την εμπειρία του σχετικά με την παρουσία της μητέρας του.


Οι γονείς συνήθως είναι εξοικειωμένοι με τη σημασία που έχει το μεταβατικό αντικείμενο και πόσο πολύτιμη είναι η σταθερότητα του και το κράτημα του όταν φεύγουμε. Αυτό που είναι σημαντικό να τονιστεί εδώ είναι ότι το ίδιο το μωρό επιλέγει το αντικείμενο αυτό, ξεχωρίζοντας το από αυτά που είναι σε θέση να βρει ξαπλωμένο. Αυτός ο «μεταβατικός χώρος» γίνεται μεγαλώνοντας ο τόπος της τέχνης, της θρησκείας, των πολιτιστικών και άλλων δημιουργικών επιδιώξεων.


Η παρουσίαση του κόσμου στο παιδί σε μικρές δόσεις, επιτυγχάνεται συνήθως με ασυνείδητο και φυσικό τρόπο από τη μητέρα, αλλά και από τον πατέρα, ο οποίος μπορεί να παρουσιάσει μια πιο συναρπαστική πτυχή του εξωτερικού κόσμου στο παιδί του. Η ιδέα είναι να το αφήσουν να «δοκιμάσει» τις νέες εμπειρίες, σαν τα καινούργια φαγητά, χωρίς να είναι συντετριμμένο ή μπερδεμένο. Καθώς βιώνει την επιθυμία και τον θυμό στην αναπτυσσόμενη σχέση του με τον ευρύτερο κόσμο, χρειάζεται επίσης τη βοήθεια των γονιών του στη διαχείριση των συγκρουόμενων συναισθημάτων του.


Είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι ο Winnicott προσεγγίζει τη γονεϊκότητα όχι ως τέλεια, αλλά ως «αρκετά καλή» για να διευκολύνει την εμφάνιση της αυθόρμητης και δημιουργικής έκφρασης στο παιδί, παράλληλα με μια ηθική αίσθηση που βασίζεται στην ανησυχία για την επίδραση των ενεργειών του στους γονείς και τους άλλους στο περιβάλλον του. Η ανάπτυξη της πίστης στην ικανότητά του για επανορθωτική και εποικοδομητική δραστηριότητα στον κόσμο θα βασίζεται σε αυτό και θα οδηγήσει σε έμφυτη αίσθηση ευθύνης και επιθυμίας να συμβάλει στη συλλογική δημιουργική προσπάθεια της ανθρωπότητας. Το κύριο αίτημα προς τους γονείς είναι να είναι κοντά για αρκετό χρονικό διάστημα και να είναι αρκετά ασφαλείς για να επιβιώνουν συναισθηματικά οι ίδιοι, για να καταφέρνει το παιδί να φτάνει σε κάθε εξελικτικό στάδιο, με το δικό του ρυθμό, χωρίς να εξαναγκάσει την αναπτυξιακή του ικανότητα.


Καταλήγοντας, αυτό σημαίνει για τον γονιό να είναι ανθρώπινος και να αποδέχεται την ανθρώπινη φύση του παιδιού του, σε όλες τις πτυχές του. Η ψυχοθεραπεία συχνά με θεραπευόμενους με διαστρεβλωμένη αίσθηση του εαυτού, στοχεύει να επαναλάβει μερικές από τις γονικές δυναμικές που εμπλέκονται στην φυσιολογική φροντίδα των παιδιών, όπως περιγράφεται από τον Winnicott, με αξιοπιστία, συνέπεια και συνάφεια. Αν και δεν αποτελεί επανάληψη της ανατροφής ενός παιδιού, η ψυχοθεραπεία μπορεί να παρέχει ένα αρκετά ασφαλές χώρο εμπερίεξης, με σκοπό την αναβίωση και τον ανασχηματισμό των αποσχισμένων συναισθηματικών εμπειριών, που δεν κατάφεραν να φτάσουν στο συνειδητό, την κατάλληλη στιγμή στην παιδική ηλικία.


Προτεινόμενη Βιβλιογραφία:


Winnicott, D.W. (1960). The Theory of the Parent-Infant Relationship. Int. J. Psycho-Anal., 41:585-595.

Winnicott, D.W. (1964) The Child, the Family and the Outside World Penguin.

Winnicott, D.W. (1965) The Maturational Process and the Facilitating Environment Hogarth Press.

Winnicott, D.W. (1971) Playing and Reality, Tavistock Pub. Lon.

Winnicott, D.W. (1969). The use of an object, International Journal of Psychoanalysis, 50:711-716


Αποστολοπούλου Μαρία

Ψυχολόγος ΑΠΘ,

Σχεσιακή Ψυχαναλυτική Ψυχοθεραπεύτρια,

Δόκιμο Τακτικό Μέλος ΙΣΟΨ

6979220722

maria.apostolopulu@gmail.com


©2019 by All About Parents. Proudly created with Wix.com